ADAGIOS FB COVER.jpg

Από τα υπόγεια της Τριάντη, το μουσικό πριόνι, συνοδευόμενο από πιάνο, samplers και αναλογικά synthesizers, στα χέρια του Νίκου
Γιούσεφ μεταμορφώνεται από όργανο σε φωνή. «Απόκοσμη παιδική φωνή», «φωνή των Σειρήνων» ή «των castrati», όπως την έχουν κατά καιρούς χαρακτηρίσει, σκαρφαλώνει με άνεση στα τονικά ύψη, εκεί που η ανθρώπινη φωνή, για να φτάσει, πρέπει να καταβάλει μεγάλη δύναμη και προσπάθεια.
Τα αντάτζιο του Μπάρμπερ και του Αλμπινόνι, άριες από τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, το ζακυνθινό Ίνα τιτου Ιωάννη Πλανήτερου, το Ave Maria του Σούμπερτ, το αντάτζιο της Σονάτας του σεληνόφωτος του Μπετόβεν, το Mater Dolorosa του Περγκολέζι, το Lacrimosa του Μότσαρτ, αλλά και η Τράτα του Σκαλκώτα κ.ά. δίνουν το στίγμα μιας βραδιάς με ατμόσφαιρα υποβλητική και τέμπο adagio.

Νίκος Γιούσεφ σοπράνο και βαρύτονο μουσικό πριόνι
Ειρήνη Τηνιακού πιάνο
Γιώργος Κατσάνος analog synth

WITH A TWIST @ MEGARON UNDERGROUND
ADAGIO - ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

19 Απριλίου 2019

57299417_368526530421884_391261147031089

ADAGIO

Μουσικές για τις ημέρες του Πάσχα

Σημείωμα για το έντυπο πρόγραμμα συναυλιών του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών

Ο όρος Adagio (στα ιταλικά σημαίνει «με άνεση» και υπαγορεύει ένα άνετο και σχετικά αργό tempo του μουσικού κομματιού) δίνει το στίγμα για τον χαρακτήρα των έργων που έχουν επιλεχθεί για αυτή τη συναυλία. Με διάθεση τελετουργική και ατμόσφαιρα υποβλητική, το μουσικό πριόνι, ένα όργανο με πολύ ιδιαίτερο ήχο, συνοδευόμενο από πιάνο, samplers και αναλογικά synthesizers, στα χέρια του Νίκου Γιούσεφ μεταμορφώνεται από όργανο σε φωνή και ερμηνεύει κομμάτια από τον Bach και τον Albinoni μέχρι τον Καρέρ και τον Σκαλκώτα .

Το μουσικό πριόνι ανήκει στην κατηγορία των ιδιόφωνων οργάνων. Η λάμα του είναι φτιαγμένη από ειδικούς κατασκευαστές που έχουν μελετήσει το κράμα και το σχήμα της για να πετύχουν όσο το δυνατόν περισσότερες και λαμπρές νότες . Παίζεται με δοξάρι βιολιού που τρίβεται πάνω στην ιδιαίτερη αυτή λάμα. Είναι ένα όργανο πολύ δύσκολο στην εκτέλεση καθώς απαιτείται τέλειος συγχρονισμός ανάμεσα στο πόδι, το χέρι, το αυτί και την κλίση της λάμας για να μπορέσει να παραχθεί ο επιθυμητός ήχος.

Ο ήχος του μοιάζει με γυναικεία φωνή, με έκταση όμοια τόσο με των contralto όσο και των soprano. Ωστόσο, ενώ η ανθρώπινη φωνή πρέπει να καταβάλει μεγάλη δύναμη και προσπάθεια για να επιτύχει τα υψηλά τονικά ύψη , στο πριόνι αυτά μπορούν να παραχθούν πολύ πιο άνετα και μαλακά , χωρίς εμφανή προσπάθεια. Ο ήχος του έχει χαρακτηρισθεί από πολλούς ως «η ονειρική φωνή» της όπερας, «η φωνή των Σειρήνων», ενώ κάποιοι τον έχουν παρομοιάσει με τον ήχο της φωνή των castrati ή τον έχουν χαρακτηρίσει ως «απόκοσμη παιδική φωνή».

Η ιστορία του πριονιού ως εργαλείο ξεκινάει από την αρχαιότητα –στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ο ανιψιός του Δαιδάλου Πέρδιξ ως επινοητής του, επίσης υπάρχουν τοιχογραφίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και χρήση του στην αρχαία Αίγυπτο, καθώς και μια Βιβλική αναφορά (στο Βιβλίο του Ησαΐα).

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς το πριόνι ξεκίνησε να χρησιμοποιείται σαν μουσικό όργανο, ωστόσο είναι σίγουρο ότι ήταν πολύ δημοφιλές στις αρχές του 20ου αιώνα καθώς το χρησιμοποιούσαν συχνά σε θεατρικά βαριετέ. Στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο η ηθοποιός Marlene Dietrich έπαιζε μουσικό πριόνι σε παραστάσεις που έδινε για τους στρατιώτες. To 1936 ο συνθέτης Aram Khachaturian στο «Κονσέρτο για πιάνο και Ορχήστρα» συνέθεσε ένα μέρος σόλο για μουσικό πριόνι. Μεταγενέστερα ο Αμερικάνος συνθέτης George Crumb το χρησιμοποίησε στο έργο του “Ancient Voices of Children” (1970). Έχει επίσης χρησιμοποιηθεί σε sound tracks στον κινηματογράφο σε αρκετές ταινίες ,με πιο γνωστές την αμερικανική 'Swing Your Lady' (1938) και την γαλλική “Delicatessen” (1992).

Μία από τις ελάχιστες σολίστ πριονιού υπήρξε η Έλλη Δέλιου, η μοναδική στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο, που παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα και διδάχθηκε το μουσικό πριόνι , από τον δάσκαλο της Anton Stain στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου όπου γεννήθηκε. O Stain είχε επίσης μαθητεύσει κοντά στον Nagar και η Έλλη Δέλιου με την σειρά της δίδαξε την τεχνική του οργάνου στον Νίκο Γιούσεφ, ο οποίος, θέλοντας να ερμηνεύσει κομμάτια που είχαν μεγαλύτερες τεχνικές απαιτήσεις και να διευρύνει τις δυνατότητες του οργάνου, κατασκεύασε με την βοήθεια του Κώστα Βαλατσού, μια σειρά πριόνια δικής του επινόησης.

Λόγω της εγγύτητάς του ήχου του μουσικού πριονιού με την ανθρώπινη φωνή, έργα γραμμένα για φωνή –αλλά και για τοξωτά έγχορδα όργανα όπως το βιολί και το βιολοντσέλο- αποτελούν ιδανική επιλογή για εκτέλεση από το πριόνι. Με βάση αυτό το κριτήριο επιλέχθηκαν για αυτή την συναυλία κομμάτια όπως η άρια “Erbarme Dich, Mein Gott” από το ορατόριο «Τα κατά Ματθαίον Πάθη» του J.S.Bach , το “Ave Maria” από το “Ellens Gesang III” του Fr.Schubert, το “Music for a while” του H.Purcell, καθώς επίσης και χορωδιακά έργα όπως το “Lacrimosa” από το Ρέκβιεμ του W.A.Mozart και το 1o μέρος (Grave) από το “Stabat Mater” του G.B.Pergolesi. Επιλέχθηκαν επίσης δύο ελληνικά έργα , το “Ίνα τι” του Ιωάννη Πλανήτερου -γράφτηκε τον 17ο αιώνα και στις μέρες μας εξακολουθούν να το τραγουδούν χορωδίες στην Ζάκυνθο - καθώς και το ορχηστρικό «Η Τράτα» από το λαϊκό μπαλέτο «Η Θάλασσα» του Νίκου Σκαλκώτα , φόρος τιμής στον σπουδαίο συνθέτη, με αφορμή την συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του. Το “Vocalise” του S.Rachmaninov επίσης εκτελείται με πολύ ενδιαφέροντα τρόπο από το μουσικό πριόνι, εφόσον μάλιστα είναι τραγούδι χωρίς λόγια –στις φωνητικές εκτελέσεις του τραγουδιέται με ένα μόνο φωνήεν, ενώ επίσης έχει εκτελεστεί και από πληθώρα άλλων οργάνων από όλες τις οικογένειες των πνευστών και των εγχόρδων, καθώς και από ηλεκτρονικά όργανα όπως το theremin.

Η χρήση του ηλεκτρισμού για την παραγωγή ήχου και την κατασκευή μουσικών οργάνων ανάγεται στις αρχές του 20ου αιώνα .Πρωτοπόροι στην κατασκευή τους υπήρξαν οι T.Cahill με το Telharmonium (1897), ο Leon Theremin με το Aetherophone (1928) που μετέπειτα έγινε γνωστό ως Thereminvox και κατόπιν Theremin, ο M.Martenot με το Ondes Martenot (επίσης το 1928), το οποίο χρησιμοποίησε και ο Olivier Messiaen στο έργο του “Oraison” (1937), ο Fr.Trautwein με το Trautonium (1929). Η τελειοποίηση των transistor (ηλεκτρονικών διόδων) στα μέσα του 20ου αιώνα άνοιξε των δρόμο για την επινόηση και κατασκευή καινούριων ηλεκτρονικών συσκευών και μουσικών οργάνων . Πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 που ο Robert Moog κατασκεύασε μια σειρά από αναλογικά synthesizer και έβγαλε σε πιο μαζική παραγωγή το theremin, τα synthesizers ήταν πολύ μεγάλα σε μέγεθος και δύσκολα στην χρήση τους και χρησιμοποιούνταν κυρίως για ερευνητικούς σκοπούς. Αν και ο Moog δεν ήταν ο ίδιος μουσικός, τα όργανα που κατασκεύασε είχαν τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες και έδιναν στον μουσικό μεγάλη ελευθερία στον σχεδιασμό του ήχου, για αυτό και ήταν- και εξακολουθούν να είναι- ιδιαίτερα αγαπητά σε όλους τους μουσικούς που ασχολούνται με τα πληκτροφόρα ηλεκτρονικά όργανα. Η αλματώδης πρόοδος της τεχνολογίας συνέβαλε στην κατασκευή εύχρηστων και πολυποίκιλων ηλεκτρονικών οργάνων, καθώς επίσης και στην εξέλιξη της τεχνικής του sampling (δειγματοληψία ήχων), το οποίο έχει τις ρίζες του στην τεχνική του tape recording (σύνθεση μουσικής με την χρήση μαγνητοταινίας και ηχογραφημένου μουσικού υλικού), πρωτοπόροι της οποίας υπήρξαν συνθέτες όπως οι E. Varèse, P.Schaeffer, J.Cage και H.Eimert. Όργανα όπως το Chamberlin και το Mellotron (1963) αποτέλεσαν τους προδρόμους των σύγχρονων samplers ,ενώ το πρώτο ψηφιακό sampler Fairlight CMI κατασκευάστηκε το 1979.

Ο συνδυασμός ακουστικών οργάνων με ηλεκτρονικά όργανα αποτελεί ήδη από τον περασμένο αιώνα συνηθισμένη πρακτική, και από την δεκαετία του 1960 και μετά η συμβολή συνθετών όπως ο K .Stockhausen, Ι.Ξενάκης , S.Reich στον τομέα της ηλεκτροακουστικής μουσικής υπήρξε πολύ σημαντική. Στις μέρες μας, η εξέλιξη των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχει οδηγήσει την μουσική σε νέους δρόμους, ωστόσο δεν είναι λίγοι οι μουσικοί που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αναλογικά ηλεκτρονικά όργανα και τεχνικές παρακάμπτοντας την χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ένα τέτοιο όργανο, το Moog-D , χρησιμοποιείται σε αυτή τη συναυλία. Το μονοφωνικό αυτό αναλογικό synthesizer με 3 γεννήτριες, παρά το γεγονός ότι δεν αποθηκεύει ήχους και ρυθμίσεις όπως τα ψηφιακά όργανα , δίνει στον εκτελεστή μια σειρά από δυνατότητες διάπλασης του ήχου που συνδυαζόμενες μεταξύ τους έχουν σαν αποτέλεσμα έναν πολύ χαρακτηριστικό και ιδιαίτερο ήχο .Χρησιμοποιώντας το Moog σε συνδυασμό με samplers τα οποία, πέραν του προ-ηχογραφημένου υλικού, ομοίως παρέχουν την δυνατότητα επέμβασης και μετατροπής παραμέτρων του ήχου σε πραγματικό χρόνο, ο Γιώργος Κατσάνος δημιουργεί ανάγλυφα ηχητικά τοπία μέσα από τα οποία αναδύονται τα μουσικά κομμάτια συνθετών από άλλες εποχές μεν, πάντα όμως αγαπητά και διαχρονικά. Το Moog επίσης χρησιμοποιείται σε κάποια κομμάτια όπως και το πριόνι, εκτελώντας μελωδικές μονοφωνικές γραμμές. Ο ηχητικός συνδυασμός του πιάνου με αυτά τα δύο τόσο ιδιαίτερα όργανα αποτελεί μία πρόκληση και ένα πείραμα που θα είχε χαροποιήσει τον Monteverdi ο οποίος ,στην παρτιτούρα του έργου του «Ορφέας» , σύμφωνα και με την πρακτική της εποχής του, έδινε την ελευθερία στους μουσικούς να αυτοσχεδιάζουν, ακόμα και ως προς την ίδια την επιλογή των οργάνων που θα χρησιμοποιούσαν.

 

Ειρήνη Τηνιακού